Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Ώπα Βαγγέλη…

 


Βαγγέλης Χαλιγιάννης

Γράφει ο Γκόγκος Χρήστος

Πόσες φορές δεν ακούσαμε και δεν προφέραμε αυτές τις λέξεις μπροστά στον σπουδαίο Βαγγέλη Χαλιγιάννη.

Γεννήθηκε το (1938-2019),  υπήρξε ένα από τα καλύτερα κλαρίνα του Παρακαλάμου, μέλος της μεγάλης μουσικής οικογένειας των Χαλιγιάννιδων, ήταν γιος του Γιάννη Χαλιγιάννη ή Κερίμη (1890).

Ο Βαγγέλης Χαλιγαννης αναφέρεται από ντόπιους μουσικούς ως ένας δεξιοτέχνης που απέδιδε με το κλαρίνο του το τοπικό παρακαλαμιώτικο χρώμα με τον πλέον γνήσιο τρόπο.

Έχει συνεργαστεί με τον Βασίλη Σαλέα στην Αθήνα από το 1988 έως το 1990. Από τους παλαιότερους ντόπιους φημισμένους μουσικούς, έπαιξε δίπλα στον  Φεΐμη και τον Ισένη τον Καντρή και τον Κερίμη, συνεχίζοντας επάξια τη μεγάλη μουσική παράδοση του τόπου.

Δίδαξε και επηρέασε πολλούς νεότερους μουσικούς , όπως τον Νίκο Τάσση από την Βροντισμένη, τον Βασίλη Τόλη από την Σιούτιστα, τον Λάμπρο Καραφέρη από το Λίθινο και φυσικά όλους τους παρακαλαμιώτες κλαρινίστες και όχι μόνο, που συνεχίζουν μέχρι σήμερα το ιδιαίτερο μουσικό του ύφος.

Ήταν μοναδικός. Με τον αυτοσχεδιασμό του μπορούσε να συγκινήσει βαθιά και να κάνει τον ακροατή να δακρύσει. Το παίξιμό του ήταν γνήσιο, εκφραστικό και πηγαίο, γεμάτο ψυχή, γεγονός που καθήλωνε όσους τον άκουγαν. Δεν είναι τυχαίο ότι το ύφος του υιοθετήθηκε και συνεχίζει να εμπνέει τους περισσότερους νέους κλαρινίστες.

Ακούραστος εργάτης της μουσικής έπαιζε από το βράδυ μέχρι το πρωί της άλλης μέρας στα σκέτα χωρίς μεγάφωνα. Κλαρίνο-βιολί, λαούτο και ντέφι.

Ξεχωριστή ήταν και η σχέση του Βαγγέλη με τον πρωτοχορευτή. Παρακολουθούσε κάθε του βήμα και αυτοσχεδίαζε μαζί του, δημιουργώντας έναν μοναδικό μουσικό διάλογο.  Έκλεινε τα μάτια και σήκωνε το κλαρίνο σαν να ήθελε να διαβεί βουνά και κάμπους, γη και ουρανό, και ύστερα, έπειτα από ώρες ασταμάτητου παιξίματος,  χάιδευε το πρόσωπό του από την βαριά κούραση. Χαρακτηριστική κίνηση του Βαγγέλη.

Είχε μία σπάνια αμεσότητα με τον κόσμο. Ανάμεσα σε εκείνον και το κοινό δεν υπήρχε απόσταση. Υπήρχε μία αόρατη σχέση εμπιστοσύνης, που γεννιόταν από την πρώτη κιόλας νότα.

Δεν έπαιζε για τον κόσμο, έπαιζε μαζί του. Ακολουθούσε τον παλμό του γλεντιού, αφουγκραζόταν τον χορευτή, συνομιλούσε με το τραγούδι και άφηνε το κλαρίνο του να γίνει η φωνή των ψυχών. Με τον αυτοσχεδιασμό του μπορούσε να ξεσηκώνει, να συγκινεί να κάνει τον άνθρωπο να χαμογελάει και την ίδια στιγμή να δακρύζει.

Κάθε εμφάνισή του γινόταν μία βιωματική εμπειρία  όπου μουσικός και ακροατές ενώνονταν σε έναν κοινό κύκλο μνήμης, έκφρασης και γλεντιού.  Αυτή η βαθιά επαφή και σχέση με τους ανθρώπους ήταν το μεγαλύτερο χάρισμά του. Γι’ αυτό και ο Βαγγέλης Χαλιγιάννης δεν ζει μόνο στις ηχογραφήσεις ή στις αναμνήσεις όσων τον γνώρισαν. 

Ζει κάθε φορά που ένα κλαρίνο αποδίδει με αλήθεια το πωγωνίσιο ύφος και κάθε φορά που μια μελωδία κατορθώνει να αγγίξει την ψυχή του ανθρώπου.

Χαρακτηριστικό είναι αυτό που έγραψε ο Παρακαλαμιώτης δάσκαλος χορού Δ. Ντότης, ζήλεψε ο θεός την τέχνη του και τον πήρε κοντά του.

Να απολαμβάνει εκείνος το κελάηδισμα του κλαρίνου του, να αναστενάζουν οι άγγελοι και να σκάει ο χάρος.

Ο Βαγγέλης Χαλιγιάννης δεν ήταν μόνο ένας σπουδαίος μουσικός. Ήταν μία ολόκληρη μουσική σχολή για τον Παρακάλαμο. Η δεξιοτεχνία του, τα προσωπικά του μελωδικά γυρίσματα και οι μοναδικές του ερμηνείες σε σκοπούς, όπως η Μαυροφορεμένη, άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην τοπική μουσική παράδοση.

Ίσως, Βαγγέλη να μην γνώρισες όσο ζούσες την αναγνώριση που πραγματικά άξιζες. Όμως κατέκτησες κάτι σπουδαιότερο. Μια ξεχωριστή θέση στις καρδιές όλων μας.

Στη γειτονιά των αγγέλων που βρίσκεσαι πλέον μαζί με τα αδέλφια σου τον Λευτέρη, τον Αντώνη, τον Μιχάλη, τον Χαλίλη και πολλούς άλλους θα κάνετε όλους εμάς να δακρύζουμε με το γλυκό σας αποτύπωμα, στη μουσική μας παράδοσης.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στον αξέχαστο  μουσικό Χρήστο Τζούλη, ο οποίος συνδεόταν με τον Βαγγέλη Χαλιγιάννη με βαθιά φιλία και αμοιβαία εκτίμηση. Ο Χρήστος κατέγραφε συχνά τα παιξίματα του Βαγγέλη, και άφησε έτσι πίσω του παρακαταθήκη ένα ανεκτίμητο υλικό το οποίο θα κρατά τη μνήμη και το έργο του Βαγγέλη ζωντανό, διασφαλίζοντας πως θα παραμείνει ανεξίτηλο στο πέρασμα του χρόνου.

 Η μοίρα το έφερε να φύγουν με μόλις ενάμιση μήνα διαφορά.  15 Σεπτεμβρίου 2019 ο Βαγγέλης 81 ετών, και 29 Οκτωβρίου 2019 ο Χρήστος 63 ετών.

Ας είναι αιωνία η μνήμη τους. Το έργο τους θα παραμένει άσβεστο μέσα στις καρδιές μας και θα αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.

 Μόνο αγάπη και δέος για αυτούς τους δύο ατόφιους ανθρώπους και μουσικούς

Ευχαριστώ.

Ιστορικὴ ημέρα για τη Σιταριὰ Πωγωνίου: Τελέστηκαν τα Εγκαίνια του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου

 

Τὸ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς 7 Αὐγούστου 2026, ὁ Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου γέμισε ἀπὸ συγκίνηση. Τελέστηκε ὁ Ἑσπερινὸς τῶν Ἐγκαινίων, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ. Ἀλεξίου.

Κατὰ τὴν τάξη τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Σεβασμιώτατος μετέφερε τὰ Ἱερὰ Λείψανα, τὰ ὁποῖα θὰ τοποθετοῦνταν κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Ἐγκαινίων στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ. Καὶ ἦταν πραγματικὰ συγκλονιστικὴ ἡ εἰκόνα: ἡ ἀκριτικὴ Σιταριά, ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς Ἠπείρου, νὰ ὑποδέχεται τὰ Ἱερὰ Λείψανα τῶν Μαρτύρων, γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν στὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριό της.


Σὰν νὰ συναντοῦσε ἡ ἱστορία τοῦ χωριοῦ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Σὰν νὰ ἔσκυβαν οἱ παλαιότερες γενιές, οἱ παπποῦδες καὶ οἱ γιαγιάδες, ὅσοι προσευχήθηκαν μέσα στὸν Ναό, ὅσοι ἄναψαν ἕνα κερί, ὅσοι ἔκλαψαν, ὅσοι πανηγύρισαν, ὅσοι ἔφυγαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, γιὰ νὰ παραδώσουν τὸν Ναὸ στὶς ἐπόμενες γενιές. Καὶ ὅλα αὐτὰ κάτω ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ Πολιούχου καὶ Προστάτου τῆς Σιταριᾶς.

Στὸν Ἑσπερινὸ τῶν Ἐγκαινίων ἔδωσαν τιμητικὸ «παρών» ἡ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Μαρία Κεφάλα, ὁ Δήμαρχος Πωγωνίου κ. Κωνσταντῖνος Καψάλης, σύσσωμη ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ καὶ οἱ τοπικοὶ φορεῖς. Παρὼν ἦταν καὶ ὁ λαός. Οἱ κάτοικοι τῆς Σιταριᾶς, ἄνθρωποι ποὺ κρατοῦν τὸ χωριὸ ζωντανό, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ κάτοικοι ἀπὸ τὰ γύρω χωριὰ τοῦ Πωγωνίου προσῆλθαν γιὰ νὰ συμμετάσχουν στὸ μεγάλο αὐτὸ γεγονός.

Στὸν λόγο του, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Ἀλέξιος ἐξέφρασε τὴ χαρά του γιὰ τὸ γεγονὸς καὶ ἔκανε ἰδιαίτερη ἀναφορὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Ἐφημερίου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Σιταριᾶς καὶ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Ἐπαρχίας Πωγωνίου Αἰδεσιμολογιωτάτου Πρωτοπρεσβυτέρου π. Μιχαὴλ Μπράχου, τὸν ὁποῖο καὶ ἐπαίνεσε θερμὰ γιὰ τὴ μέριμνα, τὴν ὀργάνωση, τὴν ἄριστη προετοιμασία καὶ τὴν ἐπιμέλεια ποὺ ἐπέδειξε γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν Ἐγκαινίων.

Ἐπαίνεσε ἐπίσης τὸν ζῆλο, τὴν εὐπρέπεια καὶ τὴ φροντίδα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἐνοριακὴ ζωὴ τοῦ Ναοῦ. Ὁ Σεβασμιώτατος ἐξέφρασε τὴ χαρά του καὶ γιὰ τὴν ὀργανωμένη αὐτὴ ἀκριτικὴ ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, ἡ ὁποία πορεύεται μὲ ὁμόνοια, ἀγάπη καὶ ἐνότητα. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἴσως ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα μηνύματα τῆς ἡμέρας. Ὅτι ἕνα μικρὸ χωριὸ μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλο, ὅταν οἱ ἄνθρωποί του εἶναι ἑνωμένοι.

Ἡ 8η Αὐγούστου 2026 δὲν ἦταν μία ἀκόμη ἡμέρα στὸ ἡμερολόγιο τῆς Σιταριᾶς. Ἦταν ἡμέρα ἱστορική. Ἦταν ἡμέρα ποὺ θὰ θυμοῦνται οἱ παλαιότεροι καὶ θὰ διηγοῦνται στὰ παιδιά τους. Γιατὶ ἔτσι γράφεται ἡ ἱστορία τῶν τόπων. Ὄχι μὲ μεγάλα λόγια. Ἀλλὰ μὲ ἀνθρώπους. Μὲ προσευχές. Μὲ δάκρυα. Μὲ καμπάνες. Μὲ ἀνθρώπους ποὺ μένουν καὶ ἀνθρώπους ποὺ φεύγουν, ἀλλὰ δὲν ξεχνοῦν. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα, μὲ τὴν Ἐκκλησία ποὺ μένει ἐκεῖ, σὰν φάρος.



Γιατὶ τὰ Ἐγκαίνια ἑνὸς Ναοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία. Εἶναι ἕνα γεγονὸς γιὰ ὁλόκληρη τὴν τοπικὴ κοινωνία· ἡ στιγμὴ ποὺ ἕνα κτίσμα, διὰ τῆς ἱερᾶς τελετῆς, ἀφιερώνεται ὁριστικὰ στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν προσευχὴ τοῦ λαοῦ Του.

Στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Ἀλέξιος τέλεσε τὴ Χειροθεσία δύο Ἀναγνωστῶν, τοῦ κ. Χριστοφόρου Μπάγια καὶ τοῦ κ. Δημητρίου Στέργιου. Ἡ στιγμὴ αὐτὴ προσέθεσε μία ἀκόμη ἰδιαίτερη πνευματικὴ διάσταση. Μέσα στὴν καρδιὰ μιᾶς ἀκριτικῆς ἐνορίας, ἡ Ἐκκλησία μαρτυροῦσε ὅτι ὑπάρχει μέλλον. Ὅπου ὑπάρχει προσευχὴ καὶ διακονία, ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ ἐλπίδα.

Μετὰ τὸ πέρας τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἡ Σιταριὰ συνέχισε νὰ ζεῖ μία ξεχωριστὴ βραδιά. Στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ πραγματοποιήθηκε ἐκδήλωση μὲ ἀφορμὴ τὰ Ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ. Κεντρικὸς ὁμιλητὴς ἦταν ὁ συνταξιοῦχος ἐκπαιδευτικὸς κ. Γεώργιος Λώλης, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὸ θέμα: «Ὁ Ἐνοριακὸς Ναὸς Ἁγίου Ἀθανασίου Σιταριᾶς καὶ ἡ ἱστορία αὐτοῦ».


Καὶ ἦταν ἡ πλέον ταιριαστὴ στιγμὴ γιὰ νὰ μιλήσει κάποιος γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Ναοῦ. Γιατὶ ἡ ἱστορία ἑνὸς Ναοῦ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἱστορία τῶν πετρῶν του. Εἶναι ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρώπων ποὺ μπῆκαν στὴν πόρτα του. Εἶναι τὰ βαφτίσια τῶν παιδιῶν, οἱ γάμοι, οἱ κηδεῖες, οἱ παρακλήσεις, τὰ «Κύριε, ἐλέησον» τῶν δύσκολων ἡμερῶν καὶ τὰ «Δόξα τῷ Θεῷ» τῆς χαρᾶς. Εἶναι τὰ δάκρυα τῶν μανάδων, οἱ προσευχὲς τῶν πατέρων, τὰ τάματα τῶν παπποῦδων καὶ ἡ σιωπηλὴ παρουσία ὅλων ἐκείνων ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ ἄφησαν ἕνα κομμάτι τῆς ψυχῆς τους στὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο.

Καὶ ἦρθε ἡ μεγάλη ἡμέρα. Σάββατο 8 Αὐγούστου 2026. Ἡ ἡμέρα ποὺ θὰ γραφόταν στὴν ἱστορία τῆς Σιταριᾶς. Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ. Ἀλέξιος τέλεσε τὰ Ἱερὰ Ἐγκαίνια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου.



Τὸ ἱεὸ ἀναλόγιο διακόνησε ὁ Πρωτοψάλτης κ. Χρῆστος Παπαδόπουλος μὲ μαθητές του.

Μὲ ἱερὸ δέος καὶ κατάνυξη τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τῶν Ἐγκαινίων, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ναὸς καθαγιάστηκε καὶ ἡ Ἁγία Τράπεζα ἀφιερώθηκε πλέον ὁριστικὰ στὴν τέλεση τῆς Θείας Λατρείας. Τὰ Ἐγκαίνια ἑνὸς Ὀρθοδόξου Ναοῦ ἀποτελοῦν μία ἀπὸ τὶς πλέον ἱερὲς καὶ συμβολικὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἀρχιερέας καθαγιάζει τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ ἀφιερώνει τὸν Ναὸ στὴν τέλεση τῆς Θείας Λατρείας, ἐνῶ τὰ Ἱερὰ Λείψανα Μαρτύρων τοποθετοῦνται στὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο. Ἡ Ἁγία Τράπεζα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα τραπέζι μέσα στὸ Ἱερό. Εἶναι τὸ Ἱερὸ Θυσιαστήριο. Εἶναι ὁ τόπος ἐπάνω στὸν ὁποῖο τελεῖται ἡ Θεία Εὐχαριστία. Καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ὁ Ἱερὸς Ναὸς τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου Σιταριᾶς, μὲ τὸ καθαγιασμένο πλέον Θυσιαστήριό του, παραδίδεται πλήρως στὴν ἱερὴ ἀποστολή του: στὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας.


Ἰδιαίτερη ἔμφαση δόθηκε ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο στὴ σημασία τῆς τοποθετήσεως τῶν Ἱερῶν Λειψάνων στὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὅπως ἐπεσήμανε, ἡ πράξη αὐτὴ ἔχει βαθιὲς ρίζες στὴν ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ διώκονταν, ἡ Θεία Εὐχαριστία τελοῦνταν καὶ ἐπάνω στὰ μνήματα τῶν Μαρτύρων, ἐκείνων ποὺ ἔδωσαν τὴ ζωή τους γιὰ τὸν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ξέχασε ποτέ αὐτὴ τὴν παράδοση. Γι’ αὐτό, κατὰ τὰ Ἐγκαίνια, Ἱερὰ Λείψανα Μαρτύρων τοποθετοῦνται στὴν Ἁγία Τράπεζα, ὥστε τὸ Θυσιαστήριο νὰ συνδέεται μὲ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία καὶ τὴ μαρτυρία τῶν Ἁγίων.

Ἔτσι, στὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς Σιταριᾶς τοποθετήθηκαν τὰ Ἱερὰ Λείψανα ποὺ μεταφέρθηκαν κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς παραμονῆς. Καὶ ἐπάνω ἀπὸ αὐτά, ἀπὸ τοῦδε καὶ στὸ ἑξῆς, θὰ προσφέρεται ἡ Ἀναίμακτη Θυσία, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας.


Κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῶν Ἐγκαινίων καθαγιάστηκαν καὶ τὰ Ἀντιμήνσια, τὰ ὁποῖα κατέχουν ξεχωριστὴ θέση στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ Ἀντιμήνσιον εἶναι τὸ ἱερὸ ὕφασμα ἐπάνω στὸ ὁποῖο τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καὶ φέρει, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, καὶ Ἱερὸ Λείψανο

Ἔτσι, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας παραμένει συνδεδεμένη μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἀποστολικῆς καὶ Μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τοὺς Μάρτυρες τῶν πρώτων αἰώνων μέχρι τὴ σημερινὴ ἡμέρα. Ἀπὸ τὶς κατακόμβες μέχρι τὰ ἀκριτικὰ χωριὰ τῆς Ἠπείρου. Ἀπὸ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς μέχρι τοὺς σημερινοὺς κατοίκους τῆς Σιταριᾶς. Ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει.