Η στοματική κοιλότητα αποτελεί έναν από τους πιο ευαίσθητους και λειτουργικούς ιστούς του ανθρώπινου σώματος. Τα δόντια και οι γύρω ιστοί εκτίθενται καθημερινά σε μηχανικές, χημικές και μικροβιακές επιδράσεις, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση χρωστικών αλλοιώσεων και αποτριβών. Τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μόνο την αισθητική του στόματος, αλλά συχνά επηρεάζουν και τη στοματική υγεία, προκαλώντας ευαισθησία, φθορά των δοντιών και αυξημένο κίνδυνο τερηδόνας.«Οι χρωστικές αλλοιώσεις των δοντιών διακρίνονται σε εξωγενείς και ενδογενείς. Οι εξωγενείς χρωστικές οφείλονται κυρίως σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η κατανάλωση τροφών και ποτών με έντονες χρωστικές (καφές, τσάι, κόκκινο κρασί, αναψυκτικά), το κάπνισμα και η ανεπαρκής στοματική υγιεινή. Οι ουσίες αυτές προσκολλώνται στην αδαμαντίνη και, με την πάροδο του χρόνου, δημιουργούν δυσχρωμίες που αλλοιώνουν το φυσικό χρώμα των δοντιών. Επιπλέον, η συσσώρευση οδοντικής πλάκας και τρυγίας ευνοεί την κατακράτηση χρωστικών, επιδεινώνοντας το πρόβλημα», επισημαίνει η Χειρουργός Οδοντίατρος Μαρία Τσαούτου-Κωστομοίρη και προσθέτει:
«Σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση χρωστικών παίζει και η χημική διάβρωση της αδαμαντίνης, η οποία μπορεί να προκληθεί από γαστροοισοφαγικές παλινδρομήσεις. Τα γαστρικά οξέα που έρχονται σε επαφή με τα δόντια προκαλούν απομετάλλωση της αδαμαντίνης, καθιστώντας την πιο πορώδη και ευάλωτη, γεγονός που οδηγεί σε ευκολότερη συσσώρευση χρωστικών ουσιών.
Η συνεχόμενη χρήση λευκαντικών προϊόντων μπορεί να προκαλέσει αυξημένη πορώδη υφή της αδαμαντίνης, γεγονός που οδηγεί σε ευκολότερη απορρόφηση και κατακράτηση χρωστικών ουσιών στην επιφάνειά της. Ως αποτέλεσμα, τα δόντια, παρότι αρχικά φαίνονται πιο λευκά, γίνονται πιο ευάλωτα σε επαναλαμβανόμενους αποχρωματισμούς, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν χρωστικές τροφές, κάπνισμα ή όξινοι παράγοντες.