Ο διαβήτης
είναι ένα πολύπλοκο μεταβολικό νόσημα. Οι επιπλοκές του διαβήτη αφορούν βλάβες
στα αγγεία αλλά και στα νεύρα του οργανισμού. Η βλάβη στα νεύρα οδηγεί σε
δυσλειτουργία πολλά όργανα: την καρδιά, το δέρμα τα μάτια. Προσφάτως όμως αποδείχθηκε
πως αφορά και τα όργανα της ακοής. Τα υψηλά ή τα χαμηλά επίπεδα σακχάρου στο
αίμα μπορούν να βλάψουν τα νεύρα που επηρεάζουν την ακοή.
«Με την πάροδο
του χρόνου, τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα μπορούν να βλάψουν μικρά
αιμοφόρα αγγεία και νεύρα στο εσωτερικό αυτί. Το χαμηλό σάκχαρο στο αίμα
(υπογλυκαιμία) επίσης μπορεί να βλάψει τον τρόπο με τον οποίον τα νευρικά
σήματα που μεταδίδονται από το εσωτερικό αυτί στον εγκέφαλο. Και οι δύο τύποι
νευρικής βλάβης μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια ακοής», επισημαίνει η κ.
Αικατερίνη Ν. Τρικκαλινού MD, Msc, στο διαβητικό πόδι, Phd (c), Παθολόγος
- Διαβητολόγος, Υπεύθυνη ιατρείου διαβητικού ποδιού στο Metropolitan Hospital και συνεχίζει:
«Η απώλεια
ακοής είναι δύο φορές πιο συχνή σε άτομα με διαβήτη από ότι σε άτομα της ίδιας
ηλικίας που δεν έχουν διαβήτη. Ακόμη και τα άτομα με προδιαβήτη (επίπεδα
σακχάρου στο αίμα υψηλότερα από το φυσιολογικό αλλά όχι αρκετά υψηλά για να
έχουν διαβήτη τύπου 2) έχουν 30% υψηλότερο ποσοστό απώλειας ακοής από τα άτομα
με φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η μείωση της ακοής συμβαίνει για
πολλούς λόγους:
- Ηλικία
- Γενετικοί παράγοντες
- Εργασία ή /και διαβίωση σε
περιβάλλον με δυνατούς θορύβους
- Φαρμακευτική αγωγή
Η μακροχρόνια,
τακτική χρήση παυσίπονων βλάπτει την ακοή. Ως τακτική χρήση περιγράφεται ως 2 ή
περισσότερες φορές την εβδομάδα. Γενικά αυτή είναι μία συνήθης δοσολογία για τα
άτομα με χρόνιο πόνο. Η λήψη μεγάλης ποσότητας ασπιρίνης μπορεί επίσης να
προκαλέσει προσωρινή απώλεια ακοής, η οποία μπορεί να γίνει μόνιμη με την
πάροδο του χρόνου.
Τα μη στεροειδή
αντιφλεγμονώδη φάρμακα που περιέχουν ιβουπροφαίνη, ακεταμινοφαίνη και ναπροξένη
επίσης μπορούν να προκαλέσουν βλάβη. Ιδιαιτέρως η ακεταμινοφαίνη.
Επίσης βλάβη
προκαλούν η οξυκωδόνη, η μεθαδόνη και το φεντανύλ, αντιβιοτικά όπως οι
αμινογλυκοσίδες, ογκολογικά φάρμακα, η κινίνη, διουρητικά αγκύλης, όπως η
φουροσεμίδη αλλά και φάρμακα για τις εμβοές και το άγχος.