Κάθε χρόνο, το Παγκόσμιο Συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) αποτελεί το επίκεντρο των επιστημονικών εξελίξεων, χαράσσοντας τον οδικό χάρτη για την αντιμετώπιση του καρκίνου σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο φετινό συνέδριο (American Society of Clinical Oncology 2026), που έλαβε χώρα στο Σικάγο, το ενδιαφέρον τράβηξαν οι εντυπωσιακές εξελίξεις για τον καρκίνο του παγκρέατος και τους καρκίνους κεφαλής και τραχήλου. Νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις και πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα δημιούργησαν μεγάλο ενδιαφέρον στην ογκολογική κοινότητα.
«Όμως, και στον καρκίνο του μαστού παρουσιάστηκαν σημαντικά δεδομένα που αναμένεται να επηρεάσουν την καθημερινή κλινική πρακτική τα επόμενα χρόνια. Αν και δεν υπήρξε μία «επανάσταση» που να αλλάζει άμεσα τα πάντα, οι μελέτες που παρουσιάστηκαν ενισχύουν σταθερά την τάση προς πιο εξατομικευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες», αναφέρει η κ. Ελένη Αραβαντινού Φατώρου, MD, MSc, Παθολόγος Ογκολόγος Β' Ογκολογικής Κλινικής Metropolitan Hospital.
Χρειάζονται όλες οι γυναίκες με καρκίνο μαστού χημειοθεραπεία;
Φέτος, τα βλέμματα στράφηκαν στα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης OPTIMA, μιας έρευνας που προσπαθεί να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση σε ένα από τα πιο συχνά και αγωνιώδη ερωτήματα των γυναικών με πρώιμο καρκίνο του μαστού: «Χρειάζομαι πραγματικά χημειοθεραπεία;».
Μέχρι σήμερα, πολλές γυναίκες με ορμονοθετικό καρκίνο του μαστού (τον πιο κοινό τύπο της νόσου) που έχει επεκταθεί στους λεμφαδένες, υποβάλλονταν προληπτικά σε χημειοθεραπεία μετά το χειρουργείο, με σκοπό να εκμηδενιστεί η πιθανότητα υποτροπής. Ωστόσο, η χημειοθεραπεία είναι μια επίπονη διαδικασία με σοβαρές παρενέργειες. Μέχρι στιγμής, για να αποκλιμακωθεί η θεραπεία, χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες μοριακές υπογραφές (γονιδιακά τεστ). Αυτά αφορούν κυρίως γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση χωρίς προσβολή των λεμφαδένων, ή γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση με έως 3 λεμφαδένες που είχαν διήθηση από τη νόσο.
Η μελέτη OPTIMA εξέτασε τη χρήση ενός εξειδικευμένου γονιδιακού τεστ (που ονομάζεται Prosigna) σε γυναίκες άνω των 40 ετών με έως και 9 διηθημένους λεμφαδένες. Το τεστ αυτό αναλύει τη δραστηριότητα (έκφραση) 50 συγκεκριμένων γονιδίων του όγκου και υπολογίζει την πιθανότητα υποτροπής: