Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Τι μπορεί να συμβαίνει όταν δεν βλέπετε στο σκοτάδι

 


Οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να δουν καθαρά στο σκοτάδι ή σε φτωχά φωτισμένο περιβάλλον. Πολλοί όμως δεν βλέπουν σχεδόν τίποτα, ούτε καν τη νύχτα με αναμμένο ένα φωτάκι. Η αδυναμία αυτή μπορεί να αποτελεί ένδειξη νυκταλωπίας ή νυχτερινής τύφλωσης -ενός συμπτώματος που μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά επικίνδυνο.

Όπως εξηγεί ο Χειρουργός-Οφθαλμίατρος δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision και καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (NYU Medical School), η ικανότητά μας να βλέπουμε στο σκοτάδι εξαρτάται από τέσσερις βασικές δομές των ματιών. Οι δομές αυτές είναι ο κερατοειδής χιτώνας, η κόρη του οφθαλμού, ο κρυσταλλοειδής φακός και ο αμφιβληστροειδής χιτώνας.

Ο κερατοειδής είναι ο διαυγής ιστός που βρίσκεται πάνω από την κόρη, στο πρόσθιο τμήμα του ματιού. Το φως πρέπει να διέλθει ανεμπόδιστα από αυτόν για να δημιουργηθεί η αίσθηση της όρασης. Εάν δεν είναι διαυγής ή δεν έχει φυσιολογικό σχήμα, δεν μπορεί να δημιουργηθεί καθαρή εικόνα.

Η κόρη του οφθαλμού είναι ο μαύρος «δίσκος» που βλέπουμε στο κέντρο των ματιών μας. Η διάμετρός της αυξομειώνεται αναλόγως με τον φωτισμό. Στο σκοτάδι, διαστέλλεται (μεγαλώνει) για να μπορέσει να διέλθει όσο το δυνατόν περισσότερο φως στο μάτι και να δούμε καλύτερα (στο βαθμό, που αυτό είναι δυνατό).


Ο κρυσταλλοειδής φακός είναι η δομή η οποία, μόλις το φως εισέλθει στο εσωτερικό του ματιού, το εστιάζει πάνω στον αμφιβληστροειδή χιτώνα. Αυτό είναι απαραίτητο διότι ο αμφιβληστροειδής, που βρίσκεται στο οπίσθιο τμήμα του ματιού, φέρει τα κύτταρα-υποδοχείς του φωτός. Στο ημίφως, ο κρυσταλλοειδής φακός δεν έχει πολύ φως να εστιάσει ώστε να δημιουργηθεί καθαρή εικόνα.

Τα κύτταρα-υποδοχείς του φωτός στον αμφιβληστροειδή χιτώνα είναι τα ραβδία και τα κωνία. Τα ραβδία απορροφούν και επεξεργάζονται το φως, ακόμα και στο σκοτάδι. Τα κωνία είναι υπεύθυνα για τις λεπτομέρειες και τα χρώματα, αλλά χρειάζονται άφθονο φως για να λειτουργούν ομαλά. Επομένως, στο ημίφως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε χρώματα και λεπτομέρειες και βλέπουμε κυρίως αδρές εικόνες με χρώμα άσπρο, μαύρο και γκρι.

«Οποιαδήποτε οφθαλμοπάθεια επηρεάσει μία ή περισσότερες από αυτές τις δομές, δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την όραση στο ημίφως, με συνέπεια τη νυκταλωπία», λέει ο κ. Κανελλόπουλος. «Η σωστή διάγνωση είναι πολύ σημαντική, διότι από την υποκείμενη αιτία εξαρτάται κατά πόσο μπορεί να αντιμετωπιστεί η νυκταλωπία ή ο ασθενής πρέπει να μάθει να ζει μαζί της». Στις πιθανές παθήσεις που προκαλούν νυκταλωπία συμπεριλαμβάνονται οι εξής:

Το γλαύκωμα. Χαρακτηρίζεται από παθολογική αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης, με μακροπρόθεσμη συνέπεια την βλάβη του οπτικού νεύρου. Καθώς εξελίσσεται η νόσος, οι πάσχοντες χάνουν σταδιακά (και) την ικανότητα να βλέπουν καθαρά στο ημίφως ή το βράδυ. Επιπλέον, ορισμένα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση του γλαυκώματος μπορεί να επιδεινώσουν τη νυκτερινή όραση, διότι συστέλλουν την κόρη των οφθαλμών.

Ο καταρράκτης. Προκαλεί θόλωμα σε τμήμα ή ολόκληρο τον κρυσταλλοειδή φακό, με συνέπεια να παρεμποδίζεται η διέλευση του φωτός. Οι πάσχοντες δυσκολεύονται πολύ να δουν καθαρά στο ημίφως, ενώ βλέπουν και ένα «φωτοστέφανο» (κύκλοι θολερότητας) γύρω από τα φώτα τη νύχτα (π.χ. όταν οδηγούν). Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να αποκατασταθούν με τη χειρουργική διόρθωση του καταρράκτη.

Η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια. Αναπτύσσεται εξαιτίας ορισμένων γενετικών διαταραχών που εκφυλίζουν προοδευτικά τα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς. Επειδή είναι γενετική, μπορεί να εκδηλωθεί ακόμα και σε παιδιά. Όταν καταστραφούν τα κύτταρα-υποδοχείς του φωτός, εκδηλώνεται μεγάλη δυσκολία και στη νυκτερινή όραση. Φυσιολογικά, ο μέσος άνθρωπος χρειάζεται μερικά λεπτά για να προσαρμοστεί πλήρως η όρασή του στο σκοτάδι. Στους ασθενείς με μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια μπορεί να χρειασθεί πολλή ώρα ή να μην προσαρμόζεται καθόλου η όραση.

Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Είναι επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη και βλάπτει τον αμφιβληστροειδή. Όπως συμβαίνει και με τις άλλες παθήσεις, μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει στη νυκταλωπία.

Ο κερατόκωνος. Είναι μία εκφυλιστική οφθαλμοπάθεια που αλλάζει το σχήμα του κερατοειδούς χιτώνα και τον κάνει να διογκώνεται προς τα έξω σαν κώνος. Αυτό έχει ως συνέπεια να προκαλείται πολύ μεγάλη μυωπία, σημαντικός αστιγματισμός και σοβαρή παραμόρφωση των εικόνων που βλέπει ο ασθενής. Προσβάλλει κυρίως νέους (συνήθως εφήβους). Οι δυσκολίες που προκαλεί στην όραση που προκαλεί, επιδεινώνονται στο ημίφως και στο σκοτάδι.

Οι διαθλαστικές ανωμαλίες της όρασης. Μυωπία, υπερμετρωπία και αστιγματισμός αποτελούν τις συνηθέστερες αιτίες αντιμετωπίσιμης νυκταλωπίας. Και οι τρεις δυσκολεύουν τη νυκτερινή όραση, κυρίως όταν δεν φορά κάποιος τα σωστά διορθωτικά γυαλιά ή φακούς επαφής.

Ορισμένες διατροφικές ανεπάρκειες. Η κυριότερη είναι η ανεπάρκεια βιταμίνης A, η οποία αποτελεί την συνηθέστερη αιτία νυκταλωπίας στην παιδική ηλικία και στην εγκυμοσύνη. Ευτυχώς η αναπλήρωσή της συχνά αποκαθιστά τη νυκτερινή όραση.

Πώς μπορεί, όμως, κάποιος να καταλάβει αν έχει νυκταλωπία; Η Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας (American Academy of Ophthalmology, AAO) συνιστά να απαντήσετε σε έξι ερωτήματα:

        Δυσκολεύεστε να κινήστε στο σπίτι σας στο σκοτάδι, ακόμα κι αν έχετε αναμμένο φωτάκι νυκτός;

        Η οδήγηση το βράδυ γίνεται ολοένα πιο δύσκολη;

        Αποφεύγετε να βγαίνετε έξω το βράδυ γιατί φοβάστε ότι θα σκοντάψετε και θα πέσετε;

        Δυσκολεύεστε να αναγνωρίσετε τα πρόσωπα των ανθρώπων στο ημίφως;

        Χρειάζονται τα μάτια σας πολλή ώρα για να προσαρμοσθούν στο φως όταν βγαίνετε από έναν σκοτεινό χώρο;

        Χρειάζονται τα μάτια σας πολλή ώρα για να προσαρμοσθούν στο σκοτάδι;

Αν απαντήσετε καταφατικά σε μία ή περισσότερες από αυτές τις ερωτήσεις, ενδέχεται να έχετε νυκταλωπία. Σε τέτοια περίπτωση, η AAO συνιστά να απευθυνθείτε δίχως καθυστέρηση σε έναν οφθαλμίατρο.

«Η θεραπεία της νυκταλωπίας εξαρτάται αποκλειστικά από την αιτία της. Δυστυχώς, πολλές οφθαλμοπάθειες εξελίσσονται σιωπηρά, ύπουλα επί σειρά ετών και όταν προκαλέσουν συμπτώματα έχει ήδη υποστεί σημαντική και συχνά μη-αναστρέψιμη βλάβη η όραση», προειδοποιεί ο κ. Κανελλόπουλος. «Γι' αυτό τον λόγο, συνιστάται η προληπτική εξέταση των ματιών μία φορά τον χρόνο, ώστε να διαγνωστεί εγκαίρως τυχόν νέο, αναδυόμενο πρόβλημα και να αντιμετωπιστεί κατάλληλα».