Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Ρινοπλαστική: Πώς επιδρά στον ψυχισμό μας;


Σημαντικό είναι το όφελος των ασθενών με χαμηλή αυτοεκτίμηση όταν υποβάλλονται σε επιτυχημένη ρινοπλαστική. Όσοι έχουν μεγαλύτερη ψυχολογική δυσφορία εξαιτίας της αντίληψης που έχουν οι ίδιοι για την εμφάνισή τους πριν από τη επέμβαση, ωφελούνται ακόμη περισσότερο από μια καλά εκτελεσθείσα ρινοπλαστική. Η αισθητική αυτή επέμβαση μπορεί να έχει μεγάλη επίδραση στην εμφάνιση, αλλά ακόμη μεγαλύτερη στην ιδία αντίληψη γι’ αυτήν, βελτιώνοντας την ψυχολογία στην καθημερινή ζωή.
«Η ρινοπλαστική είναι μία από τις πιο δημοφιλείς κοσμητικές χειρουργικές επεμβάσεις προσώπου, δεδομένου ότι κάθε χρόνο εκτελούνται περισσότερες από 850.000 ρινοπλαστικές παγκοσμίως, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Διεθνούς Εταιρείας Αισθητικής Πλαστικής Χειρουργικής (International Society of Aesthetic Plastic Surgery). Η αύξηση που σημειώνεται οφείλεται όχι μόνο στην επιθυμία των ανθρώπων για βελτίωση της εμφάνισής τους, καθώς αυτή πάντα υπήρχε, αλλά στην κατάρριψη των ταμπού για τις επεμβάσεις που μπορούν να την πραγματοποιήσουν», αναφέρει ο πλαστικός χειρουργός προσώπου – ΩΡΛ Δρ. Γεώργιος Μοιρέας, και συμπληρώνει: «Η ανάγκη για χειρουργική επέμβαση μπορεί να βασίζεται σε αισθητικούς ή λειτουργικούς λόγους  ή συνδυασμό και των δύο. Όσοι ασθενείς αποφασίζουν να υποβληθούν σ’ αυτή, ωφελούνται όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά. Όπως έχουν καταδείξει πολλές μελέτες, μετεγχειρητικά οι ασθενείς απολαμβάνουν καλύτερη ποιότητας ζωής και ψυχολογική ευεξία».


Ωστόσο, υπάρχει μια ομάδα ασθενών που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Πρόκειται για εκείνους που υποφέρουν από Διαταραχή Σωματικής Δυσμορφίας, οι οποίοι  είναι σχεδόν αδύνατο να νοιώσουν ικανοποιημένοι. Σύμφωνα με τους ειδικούς,  από τη διαταραχή πάσχει 1 στους 50 ανθρώπους. Ενώ οι περισσότεροι άνθρωποι δεν δίνουν τόσο μεγάλη έμφαση σε κάποια δυσμορφία του σώματός τους, οι συγκεκριμένοι ασθενείς θεωρούν αντιαισθητικά ορισμένα σημεία του σώματος ή του προσώπου τους μεγαλοποιώντας και τις πιο μικρές δυσμορφίες. Σκέφτονται με εμμονή τα σωματικά ελαττώματα πολλές ώρες της ημέρας, είναι αδύνατον να απωθήσουν τις αρνητικές σκέψεις τους, προκαλώντας συναισθηματική δυσφορία και εντέλει έκπτωση στην ποιότητα της ζωής τους. Για να αντιμετωπίσουν τη διαταραχή χρήζουν ψυχολογικής παρέμβασης, μετά την επιτυχή περάτωση της οποίας  και μόνον θα μπορούσε να συζητηθεί το ενδεχόμενο να υποβληθούν σε πλαστική επέμβαση.
Μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχουν ορισμένοι ασθενείς που δεν ικανοποιούνται εύκολα  μετά από την υποβολή τους σε πλαστική επέμβαση προσώπου. Οι άνδρες, οι νεαροί σε ηλικία ασθενείς, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν ρεαλιστικές προσδοκίες τόσο για τα μετεγχειρητικά αποτελέσματα, όσο και για το απώτερο όφελος, αποτελούν τις ομάδες “υψηλού κινδύνου”. Συγκεκριμένη μελέτη έχει δείξει ότι όταν ψυχολογική δυσφορία που οφείλεται στην κακή αυτοεκτίμηση λόγω εμφάνισης συμβαδίζει με μια αντικειμενικά κακή εμφάνιση οι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν σημαντικά από τη διενέργεια μιας αισθητικής χειρουργικής επέμβασης. Όσο υψηλότερη είναι δε η δυσφορία λόγω της κακής αυτοεκτίμησης της εμφάνισης τόσο πιο επιτακτική είναι η ανάγκη για αισθητική χειρουργική επέμβαση. Με απλά λόγια όταν υπάρχει πραγματικά έντονη δυσμορφία την οποία την βλέπουν όλοι τότε τα οφέλη είναι πολλά, ενώ όταν την δυσμορφία την βλέπει και την μεγαλοποιεί μόνο ο ασθενής τότε μιλάμε για πιθανό σωματοδυσμορφικό σύνδρομο και το χειρουργείο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί λύση.
Παλαιότερες μελέτες έχουν αξιολογήσει την επίδραση της αισθητικής χειρουργικής προσώπου στην ικανοποίηση των ασθενών για την εμφάνισή τους. Ωστόσο η επίδραση της ικανοποίησης της εμφάνισης στο αποτέλεσμα της χειρουργικής επέμβασης ήταν άγνωστη. Στην παρούσα μελέτη επιστήμονες ενδιαφέρθηκαν να ερευνήσουν αν οι ασθενείς με μεγαλύτερη δυσαρέσκεια έχουν πράγματι περισσότερα οφέλη από τη χειρουργική επέμβαση. Διεξήγαγαν μια προοπτική μελέτη προκειμένου να αξιολογήσουν τη σχέση μεταξύ της δυσαρέσκειας που οφείλεται στην εμφάνιση προεγχειρητικά και την μετεγχειρητική ωφέλεια. Επιπλέον, ενδιαφέρθηκαν να  μάθουν σε ποια πλευρά της ζωής τους (σωματική, ψυχολογική ή κοινωνική), οι ασθενείς αποκομίζουν το μεγαλύτερο όφελος.
Μελέτησαν 55 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ανοιχτή ρινοπλαστική από τον Απρίλιο του 2013 έως τον Ιανουάριο του 2015 στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Radboud. Αφού τα αποτελέσματα των ερωτηματολογίων στα οποία απάντησαν οι ασθενείς προ- και μετεγχειρητικά αναλύθηκαν και συγκρίθηκαν, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς που αναζητούν ρινοπλαστική είναι πιο δυσαρεστημένοι με την εμφάνισή τους  συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό. Συμπέραναν ότι οι ασθενείς που έχουν υψηλότερη ψυχολογική δυσφορία που σχετίζεται με την αυτοεκτίμηση της εμφάνισης πριν από τη επέμβαση, ωφελούνται πολύ περισσότερο από μια επιτυχημένη ρινοπλαστική. Οπότε, η επέμβαση αυτή σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να τους προσφέρει σημαντική ικανοποίηση. Οι άνδρες φάνηκε να ωφελούνται λίγο λιγότερο από τις γυναίκες, αν και η αύξηση της ικανοποίησης τους ήταν ίση.
Όπως σημειώνει ο Δρ. Μοιρέας, η ρινοπλαστική μπορεί να χαρίσει καλύτερη εμφάνιση στους ασθενείς που έχουν δικαιολογημένα αρνητική αντίληψη γι’ αυτή, καλύτερη αυτογνωσία για την εμφάνισή τους και τελικά να βελτιώσει την ψυχολογία, αν όχι να τους απαλλάξει από τη δυσφορία που νοιώθουν για το παρουσιαστικό τους. «Σημαντικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του σκοπού είναι το σύστημα 3D προσομοίωσης ρινοπλαστικής, αφού διευκολύνει σημαντικά την επικοινωνία μεταξύ του ιατρού και του ασθενούς για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο ασθενής έχει τη δυνατότητα να δει εκ των προτέρων την εικόνα του στην οθόνη ενός υπολογιστή, να εκφράσει στον γιατρό τις επιθυμίες του, ο οποίος θα μπορεί να του εξηγήσει κατά πόσον είναι εφικτό να πραγματοποιηθούν και να αντιπροτείνει λύσεις. Έτσι, ο ασθενής νοιώθει μεγαλύτερη σιγουριά και έχει καλύτερη ψυχολογία, η οποία τον συντροφεύει και μετά την επέμβαση».