Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Τώρα ΛΟΚ, τότε ... ΕΥΖΩΝΟΙ!

(κδήλωση γι τ λευθέρια τς Κονίτσης,  Δημαρχεο, 24.2.2015)
«ΤΑ  ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ» Κείμενο Γεωργίου Β. Τσοκόπουλου (1913)

            Ο Εζωνοι (1) στος Βαλκανικος πολέμους καθς κα στν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σν πίλεκτο στρατιωτικ σμα, διακρίθηκαν τόσο γι τν νδρεία τους, σο κα τν ρμ τς πέλασής τους. πως τ ραβικ λογα (2) τσι κα ατος τ δύσκολον δν εναι ν τος κινήσει κανείς. Τ κατόρθωτον εναι ν τος κρατήσει. στασιμότητα τος πεθαίνει. Ατ μεταξ λλων ναφέρει Γεώργιος Τσοκόπουλος στ βιβλίο του «π τ πεδία τν μαχν». (3) Τ βιβλίο ατ κδόθηκε τ 1913 κα να κεφάλαιό του χει τν τίτλο: «ΤΑ  ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ».  Τ Κεφάλαιο ατ εναι τόσο γλαφυρό, πο τ συμπεριέλαβε στ φιέρωμά του γι τ 100 χρόνια πελευθερώσεως τς παρχίας Κονίτσης Σύλλογος Φίλων το Περιοδικο «ΚΟΝΙΤΣΑ».
            Ο Εζωνοι δρασαν κα στν παρχία μας. (4) μφανίζονται σ φωτογραφία ν πλαισιώνουν τν λληνικ σημαία κα τ ερ Εαγγέλιο πο κρατ ερέας στν Δοξολογία πελευθερώσεως το Διστράτου.

            (5) Ο Εζωνοι σαν πάντοτε διαιτέρα συμπάθεια το λληνικο λαο. Ες τν εζωνον πάρχει πάντοτε μέσα π τν φουστανέλλαν ριστοκρατικ φύσις το Ρουμελιώτου. (6) Τ χακί, τ φέσι, ντουλαμς (7), τ τσαροχι (8), ποτελον τν ξωτερικν παράστασιν. π μέσα νθρωπος μεινεν διος, λεπτός, ξύς, (9), γενναος, ρμητικός, κούραστος, κατάβλητος, περήφανος κα ασιόδοξος.
            Λεπτς κα ες τ σμα κα ες τν νον. πως εναι συνηθισμένος π τν πτωχν κα σχνήν του φουστανέλλαν ν φέρν μίαν «γυροβολιάν» κα ν ερίσκεται ες τν θέσιν του, (10) τσι κα τ πνεμα του ξ κα εστροφον, γυρίζει παντο κα τ φέρνει λα ες μίαν μεγάλην κτίνα γύρω του. Τ πλον στ χέρια του εναι παιχνίδι. (11) μηχανισμς το Μάνλιχερ δν χει μυστήρια δι τν εζωνον, π τν δευτέραν μέραν πο θ κρατήσ τ πλον ατ ες τ χέρια του.
            Κα ταχύς. (12) γ φεύγει κάτω π τ πόδια του. Τ δύο τάγματα το ντισυνταγματάρχου Κωνσταντινοπούλου, τ δύο τάγματα το συνταγματάρχου Γεννάδη, καμαν λιγγιώδεις πορεες πρίν. πολέμησαν μόλις φθασαν, κα κυνήγησαν τν χθρν μόλις πολέμησαν. (13) Τ βουν τ γλυστερ κα πότομα δν εδαν κατσίκια ρμητικώτερα π τος εζώνους. Δν νεβαίνουν ατο ο νθρωποι, ναρριχνται, ξετυλίγονται, γλυστρον, (14) λλ προχωρον, πάντοτε προχωρον.
            Κα εναι γενναοι. Δν τος φόβισαν οτε τ ταχυβόλα. (15) Ες τν Σαραντάπορον ο Τορκοι κορμος λις βαμμένους μαύρους τος εχαν παρατάξ δι ν παραστήσουν κανόνιαΟ εζωνοι νεκάλυψαν τν δόλον κα φήσαντες τ ξύλινα κανόνια συχα, πετέθησαν κατ τν ληθινν. Κα ν κενα χυναν π τ στόματά των τν θάνατον, ο εζωνοι ρποντες τ πλησίασαν κα χθησαν ες τος πυροβολητς κα τος πιαναν μ τ χέρια των. (16) Τ μάτι τν ξηρν κα κοντν ατν νθρώπων, δν δειλίασε οτε μίαν στιγμήν.
            - Παιδιά, επεν να ξιωματικς ες κάποιαν μάχην, θ  φήσωμε ατος τος μασκαράδες ν μς σκοτίζουνε μ τς τουφεκιές τους;
            - Ν τος πιάσωμε στ χέριαεπαν ο εζωνοι.
            Τ πολεμικν συμβούλιον εχε γίν κα εχεν ποφανθ. Ο Τορκοι κατεδικάσθησαν π κείνην τν στιγμήν. Μετ δέκα λεπτ τς ρας ατο σκορπίζοντο ες λας τ διευθύνσεις, ν ο εζωνοι ρθιοι κα λλαλάζοντες πάνω ες τ τουρκικν χύρωμα, (17) πετοσαν τ        σκουφάκια των ες τν έρα.
            ρμ των θ πρεπε ν καταλάβ ρωϊκς σελίδας.
            - Θ μείνετε δ κα θ κρατήσετε ατν τν θέσιν, επεν ξιωματικς ες μίαν συμπλοκήν. Ο εζωνοι μειναν κα κράτησαν τν θέσιν, λλ ταν ξιωματικς πέστρεψε πάλιν ν τος δ, τος ερκε λους παραπονεμένους.
            - δ θ καθόμαστε ; (18) μουρμούρησε κάποιος π’  λους, πηχν λων τν λλων τ παράπονον.
            Ετυχς τν δίαν στιγμν νας γγελιοφόρος φερνε τν διαταγν ταχείας προελάσεως. Ο εζωνοι χύθησαν κράτητοι. (19)
            - Τος χασα π τ μάτια μου, μο επεν ξιωματικς περήφανος δι τος στρατιώτας του ατούς. ν δν κουα τν λλλαλαγμόν των, πο τινάχθησαν κα ρμησαν, θ νόμιζα τι μία μοβροντία τος ρριξε λους νεκρος κάτω
            Τ εναι δ ντοχή τωντσάλινοι νθρωποι κρύβονται π τν φουστανέλλαν κα στρατηγς πο τος κινε δν χει ν πολογίσ π κόπων κα στερήσεων. Μ λίγην κουραμάνα (20) χωρς κουραμάνα, μ τ νερ τς πηγς, κα χωρς νερό, π λιον μ βροχήν, προχωρον, ξενυχτον, φρουρον, πολεμον, χωρς ες τ στεγν χαρακτηριστικ ες τ ποα δν πάρχει χνος λίπους, ν ζωγραφηθ λαχίστη κόπωσις. (21) Μέσα ες τ σκοτάδι τ μάτι των βλέπει πως κα τν μέραν κα ποτ νας στρατς δν εναι τόσο συχος, σον ταν α προφυλακα του εναι εζωνοι, στω κα ν ο εζωνοι ατο γρυπνον μ τ τουφέκι στ χέρι, (22) φο βάδισαν λην τν μέραν, πολέμησαν τ βράδυ κα πρόκειται ν ξαναπολεμήσουν τ πρω.
            πάρχουν εδικ εζωνικ τραγούδια τ ποα ζωγραφίζουν τν περηφάνειαν το εζώνου. (23) Μ δύο στίχους πετύπωσαν ο διοι τν λεβέντικην εκόνα των:
Φουστανέλλα, φούντα φέσι
κα δαχτυλιδένια μέση.
            (24) Κάτι π τν ψυχν το παλαιο Κλέφτη κληροδοτήθη ες τν σημερινν εζωνο. πως κενος, κα ατς εναι προκλητικός, (25)  δν νέχεται προσβολάς, πληρώνει μέσως. πολιτικ τν στενοχωρε τρομερά. Δν εναι δυνατν κάτω π τ φεσάκι του ν χωρέσ σκέψις τι περιμέναμεν τόσον καιρν ν τ βάλωμε μ τος Τούρκους.
            εζωνος, κε πάνω πο ζ, (26) πομακρυσμένος π τν κόσμον ες τος ρημικος σταθμος που δν φθάνει φημερς ν το διοχετεύσ καθ’ μέραν τ μυστήρια τς διπλωματίας, ερίσκει πολ φυσικν κάθε διαφορ μεταξ θνν, ν λύεται μ τ σπαθ στ χέρι. δυνατώτερος θ φεληθ. (27)  Κα δυνατώτερος εναι ατός, χι Τορκος.
            Ες να χωριό, τ Καταφύγι - γράφει Μιλτιδης Λιδωρίκηςες μίαν κορυφν τν Πιερίων ρέων, ταν ο εζωνοι φθασαν μετ πέντε ρν νηφορικν πορείαν, νας Σιγδιτσιώτης εζωνος ρώτησε ναν κάτοικον :
            - φυγαν τ παλιοζάγαρα π δ;
            - Πραν δρόμο τ παληόσκυλατο πήντησεν κενος. (28)
            Ποία εναι ντύπωσις τν Τούρκων π τος εζώνους;
        Σεϊτν - σκέρι, τος νομάζουν ο Τορκοι. Κάτι τ τρομακτικν ντιλαμβάνονται ο νθρωποι κενοι ες τος νθρώπους τούτους. (29)
πομνως δικαιολογημνα ο εζωνοι λαβαν στν συνεδηση το λληνικο λαο τν εκνα ρων. Μλιστα, κμα κα στς μρες μας ο εζωνοι χαρουν τς κτιμσεως κα το σεβασμο λων τν λλνων. (30)