.

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Η αναπαραγωγή της μπεκάτσας

Η ζώνη φωλεοποίησης της μπεκάτσας, που εκτείνεται από τον Ατλαντικό έως τον Ειρηνικό μέσω ολόκληρης της ευρασιατικής ηπείρου, στην Ευρώπη ξεπερνάει βόρεια την πολική ζώνη, ενώ τα νότια όριά της περνούν νότια των Πυρηναίων, Κορσικής, Βόρειας Ιταλίας, Βαλκανίων, περιοχών της Μαύρης θάλασσας και φθάνουν έως και τον Καύκασο. Προφανώς στις κατάλληλες τοποθεσίες που είναι τα φυλλοβόλα και τα κωνοφόρα δάση, κατά προτίμηση μεικτά, αποφεύγοντας τα πολύ υγρά μέρη και την πολλή πυκνή βλάστηση, σε διάφορα υψόμετρα (το μεγαλύτερο έχει καταγραφεί στα Ιμαλάϊα, στα 4.700 μ.).
Το βασικό συστατικό για την επιλογή, φαίνεται να είναι το στρώμα της βλάστησης στο έδαφος, αποτελούμενο από φυτά και θάμνους, όχι πολύ πυκνά, αλλά που προσφέρουν κάλυψη από τα αρπακτικά, με υψηλό PH (δηλαδή βασικό) και συνεπώς μεγάλη πυκνότητα σε γαιοσκώληκες.
 Το δάσος πρέπει να έχει ξέφωτα, ή τέλος πάντων τμήματα πιο ανοιχτά. Στις καλύτερες περιοχές, τα ενήλικα αρσενικά, τα οποία κατακτούν τις περιοχές αναπαραγωγής, επιδεικνύονται για περίπου μισή ώρα κάθε απόγευμα σε εκείνο το πέταγμα του σούρουπου, το οποίο οι Γάλλοι ονομάζουν “croule” (από τη φωνή που βγάζουν), αλλά σε κάθε χώρα έχει τη δική του ονομασία (roding στην Αγγλία, balzflug στη Γερμανία, Τijaga στη Ρωσία). 


Αυτά τα αρσενικά, τα οποία έχουν επιλεγεί ως τα καλύτερα από τη φυσική επιλογή , είναι τα πιο εκτεθειμένα στο ανοιξιάτικο κυνήγι, το οποίο είναι παραδοσιακό στης χώρες της Κεντρικής, Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης. Το ανοιξιάτικο λοιπόν κυνήγι δρα αντιεπιλεκτικά και είναι συνεπώς βιολογικά αρνητικό, ακόμη κι αν τα θηλυκά, τα οποία δεν επιδεικνύονται, δεν σκοτώνονται. Αν ένα από τα κυρίαρχα αρσενικά πεθάνει, το αντικαθιστά ένα κατώτερο, το οποίο βρίσκεται απομονωμένο σε λιγότερο καλά μέρη. Πάντως, η απογραφή των αρσενικών κατά την διάρκεια της croule είναι μια καλή μέθοδος εκτίμησης του αναπαραγωγικού πληθυσμού.

Το ζευγάρωμα γίνεται στο έδαφος και τα αρσενικά είναι πολυγαμικά, δηλαδή ζευγαρώνουν με περισσότερες θηλυκές, αλλά σε διαδοχικές περιόδους και δεν συμμετέχουν ούτε στο κλώσημα, ούτε στο μεγάλωμα των νεοσσών. Λίγες μέρες μετά το ζευγάρωμα, τα θηλυκά γεννούν κατά μέσο όρο 4 αυγά καφετιά, με σκούρα στίγματα, σε μια κοιλότητα του εδάφους κοντά σ’ έναν κορμό, ή σε ένα θάμνο. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα αν η μπεκάτσα γεννά με επιτυχία περισσότερες από μία φορές το χρόνο, αλλά θα ήταν περίεργο, μιας που όλες οι άλλες σκολοπακίδες κάνουν 4 αυγά μια φορά το χρόνο. Αντίθετα, είναι γνωστή η ευκολία με την οποία εγκαταλείπει τα αυγά αν ενοχληθεί και κατόπιν ξαναγεννά σε μικρό χρονικό διάστημα.

Θα μπορούσε να είναι αυτός ο λόγος που οδήγησε στην θεωρία της διπλής γέννας. Μετά από περίπου τρεις εβδομάδες ανοίγουν τα αυγά και τα μικρά, με ράμφος κοντό ανάλογα με το μέγεθός τους, έχουν ανάγκη για μερικές μέρες να τρέφονται από τη μητέρα τους. Έχει παρατηρηθεί η μεταφορά στον αέρα των νεοσσών από τη μητέρα τους, η οποία τα κρατάει σφικτά μεταξύ των μηρών της.

Σε ηλικία 30 ημερών είναι σε θέση να πετούν μόνα τους. Έχει υπολογιστεί μία αναπαραγωγική επιτυχία της τάξεως των 2,3 – 3,5 ανεξάρτητων νεαρών ανά φωλιά, την οποία βαραίνει ακόμα το 22% της θνησιμότητας σε νεαρή ηλικία. Στα νότια και νοτιοανατολικά τμήματα της αναπαραγωγικής ζώνης, η φωλεοποίηση είναι αρκετά πρώιμη με ακμή στο τέλος Μαρτίου και στην αρχή του Απριλίου, ενώ προς τα βόρεια και δυτικά καταγράφεται μια σταδιακή καθυστέρηση. Τόσο ο προσδιορισμός του φύλου, όσο και της ηλικίας της μπεκάτσας δεν είναι εύκολη υπόθεση, αν και τα αρσενικά παρουσιάζουν μερικά βιομετρικά στοιχεία, διαφορετικά από αυτά των θηλυκών, όπως για παράδειγμα το μήκος του ράμφους, το οποίο είναι μικρότερο, δεν είναι όμως δυνατόν να τα χρησιμοποιήσουμε με σιγουριά για τον καθορισμό του φύλου, αφού πάρα πολλά άτομα και των δύο φύλων έχουν μεγέθη παρόμοια. Γι αυτό, το μόνο σίγουρο σύστημα είναι αυτό του να ανοίξουμε την κοιλιακή κοιλότητα και να εξακριβώσουμε την παρουσία των όρχεων ή των ωοθηκών. Είναι μία απλή επέμβαση που δεν χαλάει το πουλί περισσότερο από μια τουφεκιά. Τοποθετούμε την μπεκάτσα στη δεξιά πλευρά της με το κεφάλι από την αντίθετη μεριά από αυτή του εξεταστή, ανοίγουμε τον μηρό και το αριστερό φτερό (δηλαδή εκείνα στα δεξιά του εξεταστή), εξαρθρώνοντας το ισχίο και την ωμοπλάτη, παραμερίζοντας ή βγάζοντας μερικά πούπουλα από την αριστερή πλευρά στην περιοχή μεταξύ φτερού και μηρού (δηλαδή κάτω από τη μασχάλη). Αποκαλύπτεται κατά αυτόν τον τρόπο το δέρμα κάτω από το οποίο φαίνονται μερικά πλευρά (μεταξύ των μυών του στήθους και του τεντωμένου μηρού), αυτά θα κοπούν κάθετα με το ψαλίδι (περίπου 3 εκ.) και διατάσσοντας την τομή θα διακρίνουμε το έντερο. Με τη μύτη του ψαλιδιού μετακινούμε το έντερο από το πίσω-πλάγιο τοίχωμα της κοιλότητας, ώσπου να εμφανιστούν οι δύο όρχεις, αν πρόκειται για αρσενικό, στο μέγεθος δύο κόκκων ρυζιού και με άσπρο ανοιχτό χρώμα ή οι ωοθήκες (στις θηλυκές είναι αναπτυγμένη μόνο η αριστερή) που μοιάζουν με μικροσκοπικά τσαμπιά ωαρίων, τα οποία έχουν μέγεθος κεφαλιού καρφίτσας κι έχουν κιτρινοκόκκινο χρώμα. Αφού τελειώσουμε, φτιάχνοντας λίγο τα πούπουλα πάνω από την τομή, δεν θα φαίνεται τίποτα.
Όσον αφορά την ηλικία, τα φτερά μας δίνουν χρήσιμες πληροφορίες. Οι χρονιάρες μπεκάτσες έχουν τα άκρα των τριών πιο μακριών οδηγών φθαρμένα, ενώ οι ενήλικες τα έχουν εντελώς άθικτα. Αυτό το γεγονός, όσο κι αν φαίνεται παράλογο, είναι επιστημονικά στηριγμένο στο ότι οι μπεκάτσες που έχουν γεννηθεί την περασμένη άνοιξη ή καλοκαίρι δεν αλλάζουν αυτά τα φτερά, ενώ οι ενήλικες τα έχουν αλλάξει στο τέλος του καλοκαιριού. Τα νεαρά φτερά είναι πιο μαλακά κι έχουν χρησιμοποιηθεί για μεγαλύτερο διάστημα, είναι λοιπόν πιο κατεστραμμένα, τα φτερά των ενήλικων είναι καινούργια και πιο ανθεκτικά και γι αυτό είναι τέλεια. Αυτή η θεωρία έχει αποδειχθεί και μέσω των ατόμων, στα οποία τοποθετήθηκε δαχτυλίδι πριν ακόμα πετάξουν. Ένα άλλο στοιχείο, όχι όμως απόλυτο, είναι το εύρος και το χρώμα της ανοιχτόχρωμης λωρίδας που περιβάλλει τα άκρα των μεγάλων καλυπτηρίων των κύριων οδηγών, που είναι φαρδιά (πάνω από 1,1 χιλ) και κοκκινωπή στις νεαρές μπεκάτσες, ενώ είναι πολύ λεπτή και ασπρίζει στις ενήλικες.

Του Απόστολου Αποστολάτου