Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Η καθαρή αύξηση από 22 έως 31 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους το επόμενο έτος

 


Το επικρατέστερο σενάριο της εισοδηματικής πολιτικής για κάνει λόγο για οριζόντια αύξηση ύψους 40 ευρώ στους μικτούς βασικούς μισθούς των πολιτικών δημοσίων υπαλλήλων.

 Η αύξηση αυτή αναμένεται να εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου 2027. Ωστόσο, το πραγματικό όφελος που θα δουν οι υπάλληλοι στην τσέπη τους, δηλαδή η καθαρή αύξηση, αναμένεται να κυμανθεί από 22 έως 31 ευρώ τον μήνα.

Η ονομαστική αύξηση των 40 ευρώ είναι ένα σταθερό μικτό ποσό για όλους τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους.

Η ουσία, όμως, για τους εργαζόμενους βρίσκεται στο πόσα χρήματα θα λάβουν τελικά ως καθαρή αύξηση στον μισθό τους. Για να υπολογιστεί το πραγματικό αυτό όφελος, εφαρμόζονται διάφορες κρατήσεις επί των μικτών ποσών.

Οι υπολογισμοί δείχνουν ότι η μικτή αύξηση των 40 ευρώ μεταφράζεται σε μια καθαρή αύξηση που κυμαίνεται μεταξύ 22 και 31 ευρώ τον μήνα. Αυτό το εύρος στην καθαρή αύξηση οφείλεται σε μια σειρά από παράγοντες που επηρεάζουν τις τελικές αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων.

Για να διαπιστωθεί το ποσό της αύξησης στις καθαρές αποδοχές, εφαρμόζονται αρχικά επί των μικτών ποσών κρατήσεις συνολικού ύψους 13,92%.

Αυτές οι κρατήσεις αφορούν την κύρια σύνταξη, την πρόνοια, την ανεργία και την υγειονομική περίθαλψη. Είναι ένα σταθερό ποσοστό που μειώνει το αρχικό μικτό ποσό.

Μετά την αφαίρεση αυτών των πρώτων κρατήσεων, ακολουθούν οι υπολογισμοί του φόρου εισοδήματος.

Οι κρατήσεις φόρου εισοδήματος γίνονται με βάση τις ισχύουσες φορολογικές κλίμακες και τους νέους φορολογικούς συντελεστές.

Οι συντελεστές αυτοί μειώνονται ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων που έχει ο υπάλληλος, επηρεάζοντας το τελικό καθαρό ποσό.

Ένας επιπλέον παράγοντας που επηρεάζει τις καθαρές αποδοχές είναι ο μηχανισμός της σταδιακής μείωσης της ετήσιας έκπτωσης φόρου.

Συγκεκριμένα, η ισχύουσα ετήσια έκπτωση φόρου μειώνεται κατά 2% για ετήσιες φορολογητέες αποδοχές που υπερβαίνουν το όριο των 12.000 ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι όσο αυξάνονται οι αποδοχές, τόσο μειώνεται η έκπτωση φόρου, οδηγώντας σε υψηλότερη φορολόγηση.