Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2022

Αντισυλληπτικά: Ποιες γυναίκες κινδυνεύουν από θρόμβωση;

 


Η λήψη αντισυλληπτικών χαπιών αυξάνει τον κίνδυνο θρόμβωσης και φλεβικής θρομβοεμβολής, ιδιαίτερα σε γυναίκες που πάσχουν από κληρονομική θρομβοφιλία - μια διαταραχή της πήξης του αίματος. Οι γυναίκες με ήπια ή σοβαρή μορφή της που χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη μέθοδο αντισύλληψης, κινδυνεύουν, 6 και 7 φορές περισσότερο, αντίστοιχα, σε σύγκριση με εκείνες που δεν έχουν θρομβοφιλία.

Όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό έχει βρεθεί ότι ο κίνδυνος αυτός είναι κατά 2-3 φορές μεγαλύτερος από εκείνον που αντιμετωπίζουν οι χρήστριες αντισυλληπτικών χαπιών με θρομβοφιλία που δεν έχουν, όμως, συγγενείς με τη διαταραχή.

«Τα αντισυλληπτικά χάπια χορηγούνται συνήθως στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής τους ηλικίας για την καταστολή της ωοθυλακιορρηξίας. Χρησιμοποιούνται και για άλλους λόγους, όπως για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του Συνδρόμου Πολυκυστικών Ωοθηκών, τη θεραπεία της ενδομητρίωσης, των κύστεων ωοθηκών, της δυσμηνόρροιας και διαταραχών της εμμήνου ρύσεως» μας εξηγεί η Βιοπαθολόγος – Μικροβιολόγος δρ Ελένη Μπαλαμπάνη.

«Περιέχουν συνθετικές γυναικείες ορμόνες (προγεστερόνη και οιστρογόνα) σε χαμηλές ποσότητες. Τα οιστρογόνα μπορεί να αυξήσουν τα επίπεδα των παραγόντων πήξης στο αίμα, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν οι πιθανότητες φλεβικής θρομβοεμβολής, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους χρήσης. Δυστυχώς, ο αριθμός των γυναικών που λαμβάνουν αντισυλληπτικά χωρίς να έχουν ελέγξει προηγουμένως εάν απειλούνται από φλεβική θρομβοεμβολή είναι μεγάλος», επισημαίνει.

Η φλεβική θρομβοεμβολή είναι μια από τις κύριες αιτίες θανάτου και αναπηρίας παγκοσμίως. Τόσο η επίπτωση όσο και ο επιπολασμός της εξαρτώνται από τη φυλή, αλλά και την ηλικία των ασθενών, με τον κίνδυνο να αυξάνεται κατά περίπου 90 φορές από τα παιδιά ηλικίας κάτω των 15 ετών έως τα άτομα ηλικίας 80 ετών και άνω. Εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες κατά την παιδική ηλικία και στους άνδρες μετά την ηλικία των 45 ετών. Είναι μια χρόνια νόσος που χαρακτηρίζεται από επεισοδιακή υποτροπή. Ελλείψει κατάλληλης αντιπηκτικής αγωγής, περίπου το 30% των ασθενών εμφανίζει νέο επεισόδιο εντός 10 ετών.

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν τις πιθανότητες σχηματισμού θρόμβου, απελευθέρωσής του και μετακίνησής του στο κυκλοφορικό σύστημα. Ενδεικτικά, αυξημένες πιθανότητες έχουν όσοι βρίσκονται σε κατάκλιση, έχουν τραυματιστεί στο κάτω μέρος του σώματός τους, έχουν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση στα κάτω άκρα, είναι καρκινοπαθείς, καρδιοπαθείς, παχύσαρκοι, καπνιστές, και όσες βρίσκονται σε θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, ή κυοφορούν. Μια κατάσταση που είναι γνωστό ότι προδιαθέτει για φλεβική θρομβοεμβολή είναι η θρομβοφιλία.

Πρόκειται για μια αιματολογική διαταραχή υπερπηκτικότητας, που καθιστά ευκολότερη την πήξη του αίματος στις φλέβες και τις αρτηρίες και τη δημιουργία θρόμβων. Η τάση αυτή μπορεί να είναι κληρονομική (γενετική) ή επίκτητη.

«Φυσιολογικά ο οργανισμός δημιουργεί έναν θρόμβο αίματος προκειμένου να σταματήσει την αιμορραγία (π.χ. στην περίπτωση τραυματισμού), ο οποίος κατόπιν διαλύεται. Το σώμα των ανθρώπων με θρομβοφιλία είτε σχηματίζει πολλούς θρόμβους είτε δεν διασπά όσους δημιουργήθηκαν», μας εξηγεί η δρ Μπαλαμπάνη. «Είναι επικίνδυνοι επειδή μπορεί να φράξουν φλέβες ή αρτηρίες και να προκληθεί βλάβη σε ζωτικής σημασίας όργανα, όπως η καρδιά και οι πνεύμονες».

Ο συχνότερος κληρονομικός τύπος της είναι η θρομβοφιλία V (Leiden), και είναι  πιθανότερο να προκαλέσει αρχικά εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση. Ο δεύτερος συχνότερος τύπος είναι η θρομβοφιλία λόγω μετάλλαξης στο γονίδιο της προθρομβίνης. Οι ασθενείς αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο πνευμονικής εμβολής, εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης ή αποβολής ως πρώτο συμβάν. Ακολουθούν η θρομβοφιλία λόγω ανεπάρκειας της πρωτεΐνης C, της πρωτεΐνης S, και η ανεπάρκεια αντιθρομβίνης ΙΙΙ.

Η επίκτητη θρομβοφιλία οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως στον τρόπο ζωής, σε ορισμένα φάρμακα και νόσους. Ο συχνότερος τύπος είναι το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο και θεωρείται η πιο επιθετική μορφή της.

Η διάγνωση της διαταραχής γίνεται με εξετάσεις αίματος, οι οποίες είναι επιβεβλημένες σε όσες έχουν οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό θρόμβων ή/και συχνές αποβολές.

«Ο έλεγχος καθιστά δυνατό τον εντοπισμό των γυναικών που θα μπορούσαν να αποφύγουν μια φλεβική θρομβοεμβολή, εάν λάμβαναν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα, όπως η επιλογή μιας άλλης αντισυλληπτικής μεθόδου ή αντισυλληπτικών που περιέχουν μόνο προγεστερόνη.

Συστήνεται η πλήρης ενημέρωσή τους σχετικά με τις επιπτώσεις της λήψης αντισυλληπτικών χωρίς έλεγχο, ώστε να μπορούν να αποφασίσουν οι ίδιες εάν θα υποβληθούν σε εξετάσεις. Προτείνεται η πραγματοποίηση πηξιολογικών, ανοσολογικών και μοριακών αναλύσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η γενική αίματος, ο έλεγχος 13 γενετικών μεταλλάξεων και προδιαθεσιακών παραγόντων για θρομβοφιλία και εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και ο έλεγχος αντιφωσφολιπιδικού συνδρόμου.

Για διευκόλυνση και εξατομίκευση του ελέγχου έχουν διαμορφωθεί ειδικά πακέτα που περιλαμβάνουν εξετάσεις για συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, όπως για άτομα με οικογενειακό ιστορικό θρόμβωσης, για γυναίκες που θέλουν να κάνουν λήψη από του στόματος αντισυλληπτικών, για εγκύους και λεχώνες.

Η εύρεση θρομβοφιλίας δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε τον σχηματισμό απειλητικών θρόμβων. Απλώς οι πιθανότητες είναι αυξημένες συγκριτικά με τις γυναίκες που δεν έχουν τη νόσο. Η γνώση της ύπαρξής της εξασφαλίζει τη διαμόρφωση των ενδεδειγμένων θεραπευτικών στρατηγικών που θα τις προστατεύσουν από αδικαιολόγητες ταλαιπωρίες», καταλήγει η δρ Ελένη Μπαλαμπάνη.