Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2021

Καρδιονεφροηπατομεταβολικό σύνδρομο (CKL syndrome): Ποια η σχέση του με το μεταβολικό σύνδρομο & ποια τα «όπλα» μας για την αντιμετώπιση του

 


To καρδιονεφροηπατομεταβολικό σύνδρομο ή CKL syndrome (ακρωνύμιο από τις λέξεις cardio, kidney, liver) είναι η μετεξέλιξη του γνωστού μεταβολικού συνδρόμου (Μ.Σ.). Πρόκειται για την επικαιροποίηση του μεταβολικού συνδρόμου, σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα που αφορούν τις συνέπειες και συγκεκριμένα τις κύριες επιπλοκές του μεταβολικού συνδρόμου, σε τρία βασικά όργανα: την καρδιά, τους νεφρούς και το ήπαρ.

Το νέο σύνδρομο «συστήθηκε» ως τέτοιο από το Ελληνικό Κολλέγιο Μεταβολικών Νοσημάτων (Ε.ΚΟ.ΜΕ.Ν.) σε πανελλήνια διαδικτυακή παρουσίαση προ τριμήνου.

Μεταβολικό σύνδρομο

Από το 1988 (που πρωτοπαρουσιάσθηκε από τον καθηγητή Reaven) το μεταβολικό σύνδρομο είναι γνωστή προνοσηρή οντότητα που αφορά όλες τις ιατρικές ειδικότητες και ποσοστό μεγαλύτερο του 30% των συμπολιτών μας, για τους οποίους εκτιμάται ότι παρουσιάζουν αυτό το σύνδρομο. Όπως ένας αστερισμός συγκροτείται από ένα σύνολο αστεριών συνδυασμένων σε ένα μοτίβο, έτσι το μεταβολικό σύνδρομο αποτελεί μια ακολουθία παραγόντων κινδύνου με συνέπεια να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκληρυντικής καρδιαγγειακής νόσου (ΑΣΚΝ) και σακχαρώδους διαβήτη.

Παθοφυσιολογικός πυρήνας δημιουργίας του μεταβολικού συνδρόμου είναι τα υπερτροφικά, δυσλειτουργικά λιποκύτταρα της κοιλιακής περιοχής, τα οποία προκαλούν ενεργοποίηση φλεγμονώδους αντίδρασης. Το κατ’ αυτόν τον τρόπο ενεργοποιημένο σύμπλεγμα λιποκύτταρων–μακροφάγων ευνοεί την έκκριση ορμονών και αγγειοδραστικών ουσιών (TNFa, ρεζιστίνη, βισφατίνη, ιντερλευκίνη 1,4,6,8, PAI-1, MCP κ.λπ.), ελευθέρων λιπαρών οξέων (FFA), μείωση έκκρισης αντιπονεκτίνης με συνέπεια λόγω και της προκύπτουσας λιποτοξικότητας την ευόδωση ινσουλινοαντίστασης, γενικότερης φλεγμονώδους και προθρομβωτικής κατάστασης, ενδοθηλιακής δυσλειτουργίας, αθηροσκλήρυνσης κ.λπ., εξηγεί ο δρ Ανδρέας Μελιδώνης, Παθολόγος-Διαβητολόγος, Συντονιστής Διευθυντής Διαβητολογικού Κέντρου του Metropolitan Hospital.
Περιβαλλοντικοί παράγοντες (χρόνια υπερφαγία, ανθυγιεινή διατροφή, έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, stress) αλλά και γενετικοί παράγοντες (μη επαρκώς διευκρινισμένοι δεδομένου ότι και ισχνά άτομα μπορεί να παρουσιάσουν μεταβολικό σύνδρομο και ινσουλινοαντίσταση λόγω γενετικής προδιάθεσης) συμβάλλουν στην ανάπτυξη μεταβολικού συνδρόμου.

Καρδιονεφροηπατομεταβολικό σύνδρομο

Το λίπος, ο λιπώδης ιστός, μπορεί να αναπτυχθεί και εκτός της κοιλιακής περιοχής (όταν η γενετικά προσδιορισμένη μικρή ή μεγάλη χωρητικότητά της κορεσθεί), ως έκτοπο λίπος στα μεγάλα, σημαντικά, συμπαγή όργανα όπως η καρδιά, το ήπαρ και οι νεφροί. Και το έκτοπο αυτό λίπος ενεργοποιεί επίσης φλεγμονώδη αντίδραση στα όργανα αυτά σύμφωνα με την ήδη γνωστή παθοφυσιολογία του μεταβολικού συνδρόμου που περιγράφηκε παραπάνω.

Στην καρδιά, το έκτοπο λίπος υπάρχει ως επικαρδιακό λίπος, το οποίο σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου και καρδιακής ανεπάρκειας. Στο ήπαρ, το έκτοπο λίπος δημιουργεί τη γνωστή στεάτωση που ήπατος (NAFLD), που μπορεί να εξελιχθεί σε μη αλκοολική στεατοηπατίτιδα (NASH). Στους νεφρούς, το έκτοπο λίπος μπορεί να δημιουργήσει χρόνια νεφρική νόσο μεταβολικής αιτιολογίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο το καρδιονεφροηπατομεταβολικό σύνδρομο συνιστά, μια μετεξέλιξη του μεταβολικού συνδρόμου που συμπεριλαμβάνει και τις μεταβολικές και καρδιαγγειακές συνέπειες από τα τρία βασικά όργανα, στης οποίας τον πυρήνα βρίσκεται λόγω του έκτοπου λίπους η ίδια παθοφυσιολογία με αυτήν του μεταβολικού συνδρόμου.

Διάγνωση

Σήμερα, επί ύπαρξης μεταβολικού συνδρόμου, μπορούμε με απλές εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις να διαγνώσουμε την προσβολή των οργάνων αυτών και να δώσουμε ανάλογες θεραπευτικές αγωγές που θα αποτρέψουν την εξέλιξη του συνδρόμου.

Για τον έλεγχο ύπαρξης επικαρδιακού λίπους μπορεί να γίνει απεικονιστική εξέταση με echo-triplex καρδιάς (ή, για μεγαλύτερη ακρίβεια, με μαγνητική τομογραφία καρδιάς). Για τον έλεγχο στεάτωσης ήπατος υπάρχει ο υπερηχογραφικός έλεγχος ήπατος, ενώ για τον έλεγχο NASH (την κατάσταση που θέλει αντιμετώπιση για να μην εξελιχθεί σε μεταβολική κίρρωση) υπάρχουν απλοί εργαστηριακοί βιοδείκτες, όπως το FIB-4 score (που προκύπτει από τη συνεκτίμηση ηλικίας, τρανσαμινασών και αιμοπεταλίων) και η απεικονιστική εξέταση της ελαστογραφίας που ελέγχει την φλεγμονή και την ίνωση του ήπατος, δηλαδή την παρουσία NASH. Τέλος, για την ύπαρξη χρόνιας νεφρικής νόσου λόγω εναπόθεσης έκτοπου λίπους εκτός του απεικονιστικού υπερηχογραφικού ελέγχου, εκτιμάται σε τακτά χρονικά διαστήματα το επίπεδο λευκώματος στα ούρα 24ώρου και ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης, το γνωστό eGFR.

Συνεπώς, επί ύπαρξης μεταβολικού συνδρόμου, ορθό και σκόπιμο είναι να ελέγχεται εργαστηριακά και απεικονιστικά η λειτουργία των οργάνων αυτών, ενώ όταν ένα από τα τρία αυτά σημαντικά όργανα πάσχει στο πλαίσιο μεταβολικού συνδρόμου, παχυσαρκίας ή διαβήτη, πρέπει να ελεγχθούν και τα άλλα δύο. Γιατί, σήμερα, είναι πλέον τεκμηριωμένο το ότι επί μεταβολικού συνδρόμου πολλαπλασιάζεται 2 με 3 φορές ο καρδιαγγειακός κίνδυνος, καθώς και οι καρδιαγγειακές επιπλοκές επί προσβολής των τριών οργάνων στο πλαίσιο του καρδιονεφροηπατομεταβολικού συνδρόμου.

Θεραπεία

Από πλευράς θεραπείας, όπως η απώλεια βάρους, η υγιεινή μεσογειακή διατροφή και η αυξημένη σωματική δραστηριότητα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο αντιμετώπισης του μεταβολικού συνδρόμου, έτσι αντίστοιχα αποτελούν και την κύρια θεραπευτική βάση για την αντιμετώπιση του καρδιονεφροηπατομεταβολικού συνδρόμου. Έτσι π.χ. είναι απόλυτα τεκμηριωμένο ότι η απώλεια 10% του σωματικού βάρους έχει ως αποτέλεσμα την υποστροφή της τοξικής στεατοηπατίτιδας σε απλή στεάτωση ήπατος ,ενώ μπορεί να παρατηρηθεί και υποστροφή των στενώσεων των στεφανιαίων αρτηριών.

Επιπλέον, σήμερα, οι ιατροί έχουν στο θεραπευτικό οπλοστάσιό τιυς, ιδιαίτερα για τα άτομα με διαβήτη και μεταβολικό σύνδρομο, ειδικές αντιδιαβητικές αγωγές που αντιμετωπίζουν τις διαταραχές του καρδιονεφροηπατομεταβολικού συνδρόμου στα τρία βασικά όργανα που προσβάλλει και προλαμβάνουν και την εξέλιξη των διαταραχών αυτών. Οι αγωγές αυτές είναι οι αγωνιστές GLP-1 και οι αναστολείς SGLT-2.

Πληθώρα μελετών έχουν καταδείξει την καρδιοπροστατευτική, νεφροπροστατευτική και ηπατοπροστατευτική τους δράση, ιδιαίτερα σε μεταβολικής αιτιολογίας διαταραχές των οργάνων αυτών.

«Έτσι, ενώ την εποχή που μιλούσαμε μόνο για μεταβολικό σύνδρομο η υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση ήταν η μόνη θεραπευτική αγωγή, σήμερα, που περιγράφεται η μετεξέλιξή του, το καρδιονεφροηπατομεταβολικό σύνδρομο, μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι έχουμε πλέον και σύγχρονες σημαντικές αποτελεσματικές αγωγές για την αντιμετώπισή του», καταλήγει ο δρ Μελιδώνης.